ὑπεράφανος
ὑπεράφανος, ον, Dor. for ὑπερήφανος (q. v.).
ὑπεράφανος, dor. = ὑπερήφανος.
ὑπερᾱφᾰνος
- 1arrogant εἰς ἀυάταν ὑπεράφανον P. 2.28
ὑπεράφανος
ὑπερ-άφανος, ον,
Doric for ὑπερήφανος.