ὑπεραύξημα
ὑπεραύξημα, product of overgrowth
ὑπεραύξ-ημα, ατος, τό,
- product of overgrowth, Praxag.Med. et Phylotim. ap. Gal. UP 8.12.
ὑπεραύξημα, ατος (τὸ) c. le suiv. Gal. 3, 671.