ὑπεραυχής Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑπεραυχ-ής, ές, = sq., νίκη Tryph. 671. ὑπερ·αυχής, ής, ές, c. le suiv. Triphiod. 671. ὑπεραυχής, ές, = ὑπέρυχος, Thryphiod. 669.