λόχια
Could not find Λοχιάδι in Logeion dictionaries.
Λοχιάδι Proper-name noun: feminine dative singular of Λοχιάς
λόχια, τά, and Λοχία, ἡ, v. λόχιος.
λόχια , τά see λόχιος.
λόχια, ων (τὰ) v. λόχιος.
λόχια, τά, = λοχεῖα, μαῖα λοχίων ἡ φύσις Antiphil. 40 (VII.375). S. auch λόχιος.