διάπρασις
διάπρασις, sale to various purchasers
Could not find διάπρασιν in Logeion dictionaries.
διάπρασιν Noun: feminine accusative singular of διάπρασις
- sale to various purchasers, D.H. 7.29, Plu. Sull. 33, POxy. 83.8 (iv A. D.).
- II farming out, προσόδων, τῶν τελωνικῶν, PTeb. 8.15 (iii B. C.), POxy. 44.4 (i A. D.).
1 venta, puesta en venta
ἐπὶ τῇ τοῦ σίτ]ου παραθέσει καὶ διαπράσει
ἐν τε αἷς ποιοῦμαι κατ' ἐνιαυτὸν διαπράσεσιν
de trigoτῶν φορτίων
τῶν δεδημευμένων οἴκων
αἰχμαλώτων
μὴ βαρύτιμον εἶναι περὶ τὴν διάπρασιν
τῶν ἀπεργασθέντων δ.
venta de productos manufacturadosκεράμια ὀψαρίων εἰς διάπρασιν
αἴλαιον (sic) χρη[σ]τὸν πρὸς διάπρασιν
τῶν ᾠῶν
2 arrendamiento de obras o trabajos por licitación o subasta
διαπράσεως ... τὰ ἐννέα σχοινία
τὴν εἰς τὸ δ (ἔτος) διάπρα(σιν) τῶν κατὰ Λυκίαν ἀργυ(ρικῶν) προσόδων
τῶν τελωνικῶν
τῶν δημο[σίων