διαφίημι
διαφίημι, to dismiss, disband
Could not find διαφίησιν in Logeion dictionaries.
διαφίησιν Verb: present active indicative 3rd singular of διαφίημι
- dismiss, disband, τὸ στράτευμα ἐκ τῆς χώρας X. HG 3.2.24; τὴν δύναμιν D. l.c.; an assembly, Plb. 3.63.14, al.
I c. colect.
1 disolver, despedir
τὴν ἐκκλησίαν
αὐτούς
τὴν δύναμιν
τοὺς μὲν Μακεδόνας ἐπ' οἴκου
τοὺς συμμάχους
τὴν στρατιάν
2 dispersar
(τὰ ὑποζύγια) πρὸς τὰς νομάς
τὴν μὲν ἄλλην στρατιάν
ἄλλον ἄλλοσε
πρὸς ἃς ἕκαστοι τέχνας ἴσασιν
II dejar ir
τοὺς σκύλακας
ἄδετον ... κατὰ τὴν εἱρκτήν
αὐτὸν ἐκ τοῦ σπηλαίου
τῇ τῶν ἐναντίων πυργοποιίᾳ διαφεθέντων
(proyectiles) disparados contra la fortificación de los enemigos
• fig. dejar, abandonar
τὸ πᾶν ἀκυβέρνητον
- to dismiss, disband, Xen.