δυσμάσητος
δυσμάσητος, hard to chew
δυσ-μάσητος [μᾰ], ον,
- hard to chew, Gal. 16.760.
difícil de masticar
τὰ κρέα τὰ τοῖς σκληροῖς ... καὶ δυσμασήτοις ἐναντίως διακείμενα
δυσ·μάσητος, ος, ον [ᾰ] difficile à mâcher, Gal. 8, 782.
Étym. δ. μασάομαι.
δυσμάσητος, schwer zu kauen, Galen.