δυσμαρής
δυσμαρής, difficult
δυσ-μᾰρής, ές,
- difficult, opp. εὐμαρής, ἀποτέλεσμα Phld. Rh. 2.119 S.
difícil
ἀποτελέσμ[ατος οὐκ ὄν]τος ἄγαν δυσεφε[ίκτου] καὶ δυ[σ]μαρο[ῦς
δυσμαρής, ές, schwierig, Ggstz εὐμαρής ?