καραβώδης
καρᾰβ-ώδης, ες,
- = καραβοειδής, Arist. HA 607b4, GA 758a12.
καραβώδης, ης, ες [ᾱᾰ] c. καραβοειδής, Arstt. H.A. 4, 2, 21, etc.
Étym. κάραβος, -ωδης.
καραβώδης, [κᾱ], ες, = καραβοειδής, Arist. part.anim. 4.8, oft.