About Report a problem

Menu

κατασκάπτω

κατασκάπτω, to dig down, destroy utterly, rase to the ground, overthrow

Could not find κατασκάψασθαι in Logeion dictionaries.

κατασκάψασθαι aorist middle infinitive of κατασκάπτω

See κατασκάψασθαι in Morpho

κατασκάπτω, pf. -έσκᾰφα Isoc. 14.35:—
  • dig down, ἐπὶ θάτερα τῆς ἀμπέλου Thphr. HP 4.13.5; but usu.,
    • II destroy utterly, raze to the ground, τὸ ἄστυ Hdt. 7.156; Τροίαν κ. βίᾳ S. Ph. 998, cf. A. Ag. 525; πάτραν S. OC 1421; δόμους E. HF 566; πόλιν SIG 344.7 (Teos, iv B.C.), cf. D. 18.71; το τέγος Ar. Nu. 1488; τὰ τείχη ἐς ἔδαφος Th. 4.109, cf. Lys. 12.40, Isoc. l.c., Arist. Ath. 37.1; τὸν λιμένα Aeschin. 3.123; τὰ θυσιαστήρια LXX 3 Ki. 19.10; τὴν οἰκίαν εἰς ἔδαφος Plu. Publ. 10, etc.:—Pass., ϝοικία κατασκαπτέσθω Berl.Sitzb. 1927.8 (Locr., v B.C.); τὰ οἱκία οἱ κατεσκάφη Hdt. 6.72; πατρῴα ἑστία κατεσκάφη E. Hec. 22; τὰ κατεσκαμμένα ἀναστήσω LXX Am. 9.11.

Saved

Recent