ἀσυνειδησία Save DGE Bailly 2024 ἀσυνειδησία -ας, ἡ falta de escrúpulos, POxy.3770.12 (IV d.C.), Chrys.M.60.234. ἀσυνειδησία, ας (ἡ) manque de sens, Chrys. Étym. ἀσυνείδητος.