ἐμπεδόω
ἐμπεδόω, to confirm, ratify; to uphold
Could not find ἐμπεδωθέντα in Logeion dictionaries.
ἐμπεδωθέντα aorist passive participle neuter accusative plural, aorist passive participle neuter nominative plural, aorist passive participle neuter vocative plural, aorist passive participle masculine accusative singular of ἐμπεδόω
- confirm, ratify, σὺ δʼ ἐμπέδου δόσιν S. Ichn. 50; ὅρκον E. IT 790, cf. Ar. Lys. 211, 233, Polem.Hist. 83; σπονδάς X. HG 3.4.6; τὰ . . ὁρκωμόσιά τε καὶ ὑποσχέσεις Pl. Phdr. 241b; ὅρκους καὶ δεξιάς τινι X. Cyr. 5.1.22; συνθήκας Plb. 29.24.4; ὁμολογίας D.H. 4.79; ἀποδείξεσι δόγμα Gal. 5.315; uphold, νόμους Plu. Sol. 25:—Med., σπονδήν, ἀσφάλειαν ἐμπεδώσασθαι, Ph. 1.439, Luc. Hipp. 4.
I c. ac. de cosa o abstr.
1 mantener en firme, confirmar
ἐμπέδου [δόσι]ν
• confirmar, ratificar juramentos, pactos
ὅρκον
(τὸν ὅρκον) ... τοῖς ἔργοις ἐμπεδῶσαι
τ]ὰς δὲ χσυνθκα[ς ἐμ]πεδσ πρὸς Πε[ρδίκκαν
σπονδάς
ὁμολογίας
ὤμνυεν ὅρκον ἡ βουλὴ τοὺς Σόλωνος νόμους ἐμπεδώσειν
τοῦτο ἔργῳ ἐνεπέδωσε
ἀποδείξεσι ... ἐμπεδῶσαι τὸ ἑαυτοῦ δόγμα
ὁρμὰν ... οἴμαις
τὰς σπονδὰς ἐμπεδωθῆναι τοῖς Νομαντίνοις
• en v. med. mismo sent.
σπονδὴν ... ἐμπεδώσασθαι
ἀσφάλειαν
2 garantizar
ταῦτα ἐμπεδούντων τῶν ἀρχόντων
• en v. med. ref. al futuro sentar las bases de, comprometer
τὰς ὑποθέσεις τῶν μελλόντων ῥηθήσεσθαι λόγων ἐμπεδούμενος
3 atenerse a, cumplir
ἃ λέγουσιν
ἐπομεῖσθε ταῦτα κἀμπεδώσετε
τὰς ἡμῶν αὐτῶν βουλήσεις
τὰ ὡμιλημένα
τὴν ὑπόσχεσιν
II c. ac. de pers. informar
πρὸς τοῦτο ἡμᾶς ἐμπεδοῖ γράφων Παῦλος
ἐμπεδοῖ· διδάσκει
Med. = act., Luc, Hipp. 4.
- to fix in the earth: generally, to make firm and fast, establish, Eur., Xen.