ἐμπειροθάλασσος Save LSJ DGE ἐμπειρο-θάλασσος [θᾰ], ον, = sq. [ἐμπειρόπλους], Phot. ap. Sch. Aristid. p.185 F. ἐμπειροθάλασσος -ον experto marino Κρῆτες Phot.Bibl.424b37.