ἐμπείρω
ἐμπείρω, fix on, impale
- fix on or in, ἥλους ἐκπώματι Ath. 11.488d (Pass.); [δόρατος] ἐμπαρέντος ταῖς πύλαις Plu. Aet.Gr. 2.298a; of fish bones in the throat, Aët. 8.53 (Pass.); ἐμπεπαρμένος πόνος fixed pain, Archig. ap. Gal. 8.91.
- 2 impale, ὡς ἐμπαρείη ταῖς ἑαυτοῦ λόγχαις J. AJ 16.10.3; ἥλοις ἐμπεπαρμένη βακτηρία studded, Alciphr. 3.55.
- II metaph., ψυχὴ τοῖς ἀλόγοις πάθεσιν ἑαυτὴν ἐ. Simp. in Epict. p.125 D.:—Pass., ibid.
I
1 clavar c. ac. y dat. c. prep. o dat. solo
ἄγκιστρ' ... οἷς ἔπι σῶμα ποικίλον ἐμπείρειεν ἰουλίδος
τοὺς ὄνυχας ... ταῖς δυσὶ ψύαις ἐμπείρειν τοῦ ἀγωνιστοῦ
ἐλλεβόρου ... τῶν ῥιζῶν τὰ καρφώδη ἐμπείρειν δεῖ τοῖς κεντήμασι
τῇ κεφαλῇ ... ἐμπείρας τὸ δόρυ
οἳ μὲν οὖν λέγουσιν ἔξωθεν δεῖν ἐμπείρεσθαι τοὺς χρυσοῦς ἥλους τῷ ἀργυρῷ ἐκπώματι
(δόρατος) ταῖς πύλαις ἐμπαρέντος
ταῖς αὐτοῦ λόγχαις
σκόλοψ δὲ τῷ δακτύλῳ αὐτοῦ ἐμπαρείς
habiéndosele clavado una astilla en el dedoἐμπαρέντων δὲ αὐτοῦ τῶν ὀνύχων τοῖς μαλλοῖς
2 traspasar, perforar c. dat. instrum.
κρίκοις μὲν τοὺς ἑαυτῶν μυκτῆρας ἐμπείραντες
ἥλοις ἐμπεπαρμένη βακτηρία
bastón claveteado
3 medic. incrustar, fijar huesos, espinas
ἐν τοῖς κατωτέροις τόποις τοῦ στομάχου
τὰ ἐν τῷ βάθει ἐμπεπαρμένα (φλέγματα)
II fig.
1 fijar, sujetar, inmovilizar como con un clavo
ψυχὴ τοῖς ἀλόγοις πάθεσιν ἑαυτήν ἐμπείρουσα
2 medic. fijar, inmovilizar como un clavo en v. pas.
ἐμπεπαρμένοι πόνοι
dolores fijosεἰς νόσον ἐμπαρείς
clavado (en la cama) por la enfermedad