Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπειρόγαμος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπεδόκαρπος
Ἐμπεδόκλειος
Ἐμπεδοκλῆς
ἐμπεδόκυκλος
ἐμπεδολεκαρύταινα
ἐμπεδολώβης
ἐμπεδόμητις
ἐμπεδόμοχθος
ἐμπεδόμυθος
ἔμπεδον
ἐμπεδορκέω
ἔμπεδος
Ἔμπεδος
ἐμπεδοσθενής
ἐμπεδοσθένης
Ἐμπεδότιμος
ἐμπεδόφρων
ἐμπεδόφυλλος
ἐμπεδόω
Ἐμπέδων
ἐμπέδως
ἐμπεδῶς
ἐμπέδωσις
ἐμπειράζω
ἐμπείραμος
ἐμπειράομαι
ἐμπειρέω
ἐμπειρία
ἐμπειρικός
ἐμπειρικῶς
ἐμπειρόγαμος
ἐμπειρογνώστης
ἐμπειροθάλασσος
ἐμπειρόπλοος
ἐμπειρόπλους
ἐμπειροπόλεμος
ἐμπειροπράγμων
ἔμπειρος
ἐμπειρότοκος
ἐμπείρω
ἐμπείρων
ἐμπείρως
ἐμπέκτρια
ἐμπελαγίζω
ἐμπελάδην
ἐμπελαδόν
ἐμπελάζω
ἐμπέλανα
ἐμπέλανον
ἐμπέλασις
ἐμπελαστικῶς
ἐμπελάτειρα
ἐμπελάω
ἐμπέλιος
ἐμπέλωρος
ἐμπέμπω
ἐμπεπαίνομαι
ἐμπέπτας
ἐμπέραμος
Ἐμπέραμος
ἐμπεράμως
…
ἐμπειρόγαμος
Save
DGE
ἐμπειρόγαμος
-ον
que tiene experiencia matrimonial
τὸ θῆλυ
Cyr.Al.M.68.328A.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}