νοσσεύω
νοσσεύω, νοσσιά, νοσσίον, νοσσίς, νοσσοποιέω, νοσσός, νοσσοτροφέω, v. νεοσσ-.
νοσσεύω, c. νεοσσεύω, Spt. Esaï. 48, 28 ; Sir. 1, 16 ; part. pf. pass. νενοσσευμένος, Hdt. 1, 159.
νοσσεύω, = νεοσσεύω, ausbrüten, nisten, νενοσσευμένα ὀρνίθων γένεα ἐν τῷ νηῷ, Her. 1.159.
νοσσεύω,
v. νεοσσεύω.