δεσμοφύλαξ
δεσμοφύλαξ, a gaoler
δεσμο-φύλαξ [ῠ], ακος, ὁ,
- gaoler, BGU 1138.12 (i B. C.), Act.Ap. 16.23, Luc. Tox. 30, Artem. 2.60.
carcelero
ἔθετο αὐτοὺς ἐν φυλακῇ παρὰ τῷ δεσμοφύλακι εἰς τὸ δεσμωτήριον
δήμιοι δὲ καὶ δεσμοφύλακες κατοχῆς καὶ λύπης εἰσὶ σημαντικοί
δεσμο·φύλαξ, ακος (ὁ) [ῠ ᾰκ] geôlier, Luc. Tox. 30, etc. ; NT. Ap. 16, 23, 27, 36 ; Artém. 2, 60 ; etc.
Étym. δεσμός, φ.
δεσμοφύλαξ, ακος, ὁ, Gefängniswärter ; NT ; Luc. Tox. 30 u. Sp.
δεσμοφύλαξ
- a gaoler, Luc.