δεσμῶτις
prisionera
ποίμνα
Μελανίππη δ.
tít. de una tragedia de Eurípides
• como pred.
ἡ Xαρίκλεια δ. εἴχετο
ἡ γραφὴ ... δεσμῶτιν τὴν ψυχὴν καθίστησι
λύσας τὴν ἀνθρωπότητα δεσμῶτιν οὖσαν τοῦ θανάτου
δεσμῶτις, ιδος, adj. f. prisonnière, captive, Soph. Aj. 234 ; Hld. 8, 8 ; ἡ δ. Str. 265, la captive.
Étym. fém. du préc.
δεσμῶτις, ιδος, fem. zu δεσμώτης, ποίμνη Soph. Aj. 203 ; subst., Strab. 6.1.15.