διάδομα
διάδομα, distribution of money
διάδομα, ατος, τό, (διαδίδωμι)
- distribution of money, IG 7.2715.64 (Acraeph.), Ἀρχ. Δελτ. 2.148 (pl.), UPZ 2.8 (ii B. C.).
reparto, distribución, de donde tb. donación en dinero o especie
τὸ ἐπὶ πόλεος δ. ... ἔδωκεν πᾶσι τοῖς πολείτας
διαδόματα ἔδωκεν [ἕ]νδεκα δ[η]ναρίων
διαδόματα πάνδημα
ἐκ τῶν βουλευτικῶν διαδομάτων
• gen.
διαδόματος
a título de distribución
διάδομα, τό, das Verteilte, Inscr. 1625.