διαδορατισμός
διαδορατισμός, fighting with the spear
διαδορᾰτ-ισμός, ὁ,
- fighting with the spear, M.Ant. 7.3 (pl.).
combate con lanza plu., M.Ant.7.3.
διαδορατισμός, οῦ (ὁ) [ρᾰ] combat avec la lance, M. Ant. 7, 3.
Étym. διαδορατίζω.
διαδορατισμός, ὁ, der Wettkampf mit der Lanze, M.Anton. 7.3.