διαδηλόω
διαδηλόω, to make manifest
- make manifest, indicate clearly, PRev.Laws 16.17 (iii B. C.), J. BJ 6.9.3, Plu. Caes. 6, D.L. 4.46, S.E. M. 7.87, D.C. 40.17.
I tr.
1 mostrar, evidenciar, poner de manifiesto c. interr. indir.
(ἡ νοῦσος) ἐν ταύτῃσι ἡμέρῃσι διαδηλοῖ εἰ θανάσιμος ἢ οὔ
• c. ac. de abstr.
τὴν ἀκμὴν τῆς πόλεως διαδηλῶσαι Νέρωνι
ὥσπερ οὐδὲ ἐκεῖνα (τὰ ὑποκείμενα) τὴν ἀλλήλων διαδηλοῖ φύσιν
ἡδεῖαν διαδηλοῖ φύσιν
• representar gráficamente
διεδήλου δὲ γράμμασι τὰ Κιμβρικὰ κατορθώματα
2 ref. al lenguaje, oral o escrito manifestar, dar a conocer
διαδηλοῦντες ὅσον ἦν τὸ π[εριὸν ἐκ] τοῦ ἐπάνω χρόνου
πάντα ἀλλήλοις διεδήλουν
τὰ ... πλείω ἐς σανίδας γράφων διηδέλου
II intr. manifestarse
διαδηλοῖ δὲ ταῦτα ἐν τῇσιν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν
- to make manifest, Plut.