διαδόσιμος
transmisible
κλῆρός τις ἀναγκαῖος δ.
τὸ σκῆπτρον αὐτῷ
ψυχὴ ... διαδόσιμον ἔχει μέχρι τῶν ἔξω τὴν δύναμιν
ὁ γὰρ μολυσμὸς δ. γίνεται
la infeccción se transmite
διαδόσιμος, ος, ον, qui se transmet, Syn. 202d.
Étym. διαδίδωμι.
διαδόσιμος, von Hand zu Hand gehend, fortgepflanzt, Synes. ep. 58.