διαδοκιμάζω
διαδοκιμάζω, to test closely
διαδοκῐμάζω,
- distinguish by testing, τὰ καλὰ καὶ κίβδηλα ἀργύρια X. Oec. 19.16.
distinguir por una prueba
τὰ καλὰ καὶ τὰ κίβδηλα ἀργύρια
δια·δοκιμάζω [κῐ] distinguer en vérifiant, Xén. Œc. 19, 16.
διαδοκιμάζω, nach angestellter Prüfung unterscheiden, τὰ καλά τε καὶ κίβδηλα ἀργύρια Xen. Oec. 19.16.
διαδοκιμάζω
fut. άσω
- to test closely, Xen.