Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαδίδω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαδεκτικός
διαδέκτωρ
διαδέλλειν
διαδέξιος
διάδεξις
διαδέρκομαι
διαδέρω
Διάδες
διάδεσις
διάδεσμα
διαδεσμεύω
διαδεσμέω
διάδεσμος
διαδεσμόω
διαδετέον
διάδετος
διαδέχομαι
διαδέω
διαδηλέομαι
διάδηλος
διαδηλόω
διάδημα
διαδηματίζομαι
Διαδημάτος
διαδηματοφορέω
διαδηματοφόρος
Διάδης
διαδιδασκαλία
διαδιδάσκω
διαδιδράσκω
διαδίδω
διαδίδωμι
διαδικάζω
διαδικαιόω
διαδικασία
διαδίκασμα
διαδικασμός
διαδικέω
διάδικος
διάδιπλος
διαδιφρεύω
διαδιψάω
διαδοιδυκίζω
διαδοκέω
διαδοκιμάζω
διαδοκιμαστικός
διαδοκίς
διάδομα
διαδονέω
διαδονίζομαι
διαδοξάζω
διαδορατίζομαι
διαδοράτισις
διαδορατισμός
διαδόσιμος
διάδοσις
διαδοτέον
διαδοτέος
διαδότης
διαδοτικός
Διαδουμενιανός
…
διαδίδω
Save
Bailly 2024
δια·δίδω,
postér.
c.
διαδίδωμι
,
NT.
Luc.
4, 35
.
Étym.
διά, δίδω
,
v. ce mot
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}