διαδηματίζομαι
διαδηματίζομαι, wear the διάδημα
διαδημᾰτίζομαι,
- wear the διάδημα, Aq. Ps. 21(22).13.
coronar
με
διαδηματίζομαι, mit dem Diadem umgeben ?
διαδηματίζομαι, wear the διάδημα
coronar
με