About Report a problem

Menu

διάκουστος

διάκουστος -ον

muy renombrado, muy comentado διάκουστα καὶ ἐν ταῖς πέρι[ξ] πόλεσιν τὰ δαπανήματα αὐτοῦ γενέσθαι IG 7.2712.78 (I d.C.).

Saved

Recent