διακρατητικός
διακρατητικός, able to hold fast
διακρᾰτ-ητικός, ή, όν,
- able to hold fast, τινός S.E. M. 9.72.
1 capaz de gobernarlo todo
δυνάμεις ... διακρατητικὰς τῶν ὅλων οὔσας
• subst.
τὸ δ. τῆς κτίσεως
la capacidad de controlar la creación
2 capaz de contenerlo todo
τὸ σῶμα διακρατητικὸν ἦν αὐτῶν
3 que liga o mantiene unido subst. τὸ δ.:
τὰ διακρατητικὰ τούτου (τοῦ σώματος)
e.e. los huesos y los nervios
διακρατητικός, ή, όν [ᾰτ] propre à maintenir fortement, Sext. 408, 3 Bkk.
Étym. διακρατέω.
διακρατητικός, festhaltend, τινός, Sext.Emp.