διακράτησις
διακράτησις, holding fast, retention
διακρά̆τ-ησις, εως, ἡ,
- holding fast, retention, σπέρματος Sor. 1.36, cf. Dsc. Ther.Praef.; control, Iamb. Myst. 1.9; possession, Sch. Th. 1.139, Suid. v. ἀόριστος: dub. in Eun. Hist. p.252 D.
1 propiedad
τὸ δίκαιον τῆς διακρατήσεως
• dominio Iambl.Myst.1.9
• control
τῶν ὄντων
2 medic. retención, contención
τοῦ σπέρματος
• sujeción
καρφῶν τέ τινων διακρατήσεις
τὴν ἀκροποσθίαν ... διὰ κροκύδος συνεχέτω πρὸς διακράτησιν
δ. καὶ διάδεσις τῶν ἄκρων
χειρῶν
διακράτησις, εως (ἡ) [ᾰτ] action de retenir fortement, Diosc. Ther. p. 422a ; fig. action de retenir par des promesses, etc. d’où tromperie, Eun. 53, 17.
Étym. διακρατέω.
διακράτησις, ἡ, das Festhalten, die Erhaltung, erst Sp.