διακρηνόω
διακρηνόω, to make to flow
διακρηνόω, Dor. δια-κρᾱνόω, πῶμα διεκρανώσατε (glossed by EM w. ἀνεῴξατε, but see διακρηνάω) [edited from Supp.]
διακρηνόω
Doric -κρᾱνόω
- to make to flow, Theocr.