διάκοψις
διάκοψις, εως, ἡ,
- = διακοπή, Thphr. CP 5.9.11 (pl.).
incisión hecha en una planta
τοῦτο γὰρ αἵ τε διακόψεις ποιοῦσι τῆς συκῆς
διάκοψις, εως (ἡ) c. διακοπή, Th. C.P. 5, 9, 11.
διάκοψις, ἡ, = διακοπή, Theophr.