διακρατυντικός
διακρατυντικός, making firm
διακρᾰτ-υντικός, ή, όν,
- making firm, τῶν ὀδόντων Dsc. 1.30.
fortalecedor
(ἔλαιον) ὀδόντων δ.
διακρατυντικός, making firm
fortalecedor
(ἔλαιον) ὀδόντων δ.