διακρημνίζω Save LSJ Bailly 2024 Pape διακρημνίζω, v.l. for κατακρημνίζω, J. BJ 1.2.4. δια·κρημνίζω (seul. inf. fut. -κρημνιεῖν) précipiter, Jos. B.J. 1, 2, 4. διακρημνίζω, herabstürzen, Jos.