διακρανόω Save DGE Pape διακρανόω abrir, EM 273.48G. διακρανόω, d.i. διακρηνόω, von κρήνη, hervorquellen lassen ; πῶμα διεκρανώσατε Νύμφαι Theocr. 7.154, was EM. falsch auf κάρα zurückgeführt ist.