διαμελίστρια Save DGE διαμελίστρια -ας, ἡ (sc. ἡμέρα) día del descuartizamiento τοῦ λογικοῦ ἀμνοῦ ref. al día de Resurrección, Leont.Const.Hom.8.48, cf. διαμερίστριος.