διαβρέχω
διαβρέχω, to wet through, soak
- soak, τἀρτύματα A. Fr. 306: abs., Arist. Pr. 866a10:—Pass., ἄλφιτα ζωμῷ διαβραχέντα Ael. NA 1.23, cf. Gp. 17.17.2; διαβεβρεγμένος, of a person, soaked in liquor, Hld. 5.31; πρὶν διαβραχῆναι πικροτάτους εἶναι Zeno Stoic. 1.65; ἐν οἴνῳ καὶ μέθῃ διαβραχείς Porph. Chr. 30.
1 mojar, empapar
γλῶσσα ὑπὸ ξηρότητος ἐνίοτε ὑπότραυλος, ἕως διαβρέξειεν
τὸ δὲ ὀλίγον (ποτόν) ... διαβρέχει καὶ εἰς τὰς σάρκας χωρεῖ
ἐν οἴνῳ
δέρματα διαβρέχοντες ἤσθιον
2 en v. med.-pas., intr. inundarse, empaparse
ὁ ἐγκέφαλος
πρὶν διαβραχῆναι πικροτάτους εἶναι (τοὺς θέρμους)
διαβραχεὶς ἰχῶρι Κενταύρου πέπλος
τῶν σπογγῶν διαβραχέντων
al empaparse las esponjasἄλφιτα αἰγείῳ ζωμῷ διαβραχέντα
κράμβης διαβραχείσης ἐν ὄξει δέσμην φαγεῖν
• fig.
διαβρέχεις τ' ἀρτύματα
ἐν οἴνῳ καὶ μέθῃ διαβραχείς
- to wet through, soak, Aesch.