διαβριμάομαι
διαβρῑμάομαι, strengthd. for βριμάομαι, Them. Or. 21.261c.
temblar de arriba a abajo
ὁ διδάσκαλος ... διαβριμώμενός τε καὶ τὴν αἰγίδα πυκνὰ ἐπισείων
δια·βριμάομαι-ῶμαι [ρῑ] (seul. prés. part.) frémir fortement, Thém. 261c.
διαβριμάομαι, [ῑ], verstärktes βριμάομαι, Themist. 21.261c.