διαδέρω
διαδέρω, strip off
διαδέρω,
- strip off, δέρμα Paul.Aeg. 6.50:—Pass., ib. 68.
pelar, despellejar
τὸ ὑπερκείμενον δέρμα
τοὺς ὑμένας
οἱ δίδυμοι
διαδέρω, c. δέρω, P. Eg. 220, 288 Briau.