διαδαίομαι
δια·δαίομαι (seul. ao. 3 pl. διεδάσαντο), partager entre soi : τι, Pd. O. 1, 81 ; Hdt. 8, 121, qqe ch. (un butin, etc.) ; ἐς φυλάς, Hdt. 4, 145, partager entre les tribus.
Étym. cf. διαδατέομαι.
διαδαίομαι, medium (s. δαίομαι), verteilen ; in tmesi Il. 9.333 διὰ παῦρα δασάσκετο, πολλὰ δʼ ἔχεσκεν ; Pind. O. 7.75 διὰ γαῖαν τρίχα δασσάμενοι πατρωΐαν ; διεδάσαντο τὴν ληΐην Her. 8.121 ; ἐς φυλάς 4.145 ; δεύματα κρεῶν Pind. Ol. 1.51. – Vgl. διαδατέομαι.