διάδεσμος
διάδεσμος, connecting band
διά-δεσμος, ὁ,
- connecting band, Hp. Nat.Puer. 14; bandage, Aret. CA 1.9; ligature, διαδέσμοις σφίγγων τὰ ἄκρα Philum. ap. Aët. 9.12.
1 anat. punto de unión, diáfisis
(ὑμένες) ἐς ἀλλήλους διαδέσμους ἔχουσιν
2 venda, vendaje
διαδέσμοις δὲ τῶν ἄκρων εὐτόνως χρῶ
διαδέσμοις σφίγγειν τὰ ἄκρα
διά·δεσμος, ου (ὁ) bandage, Hpc. 237, 12 ; Arét. Cur. m. acut. 1, 9.
Étym. διά, δεσμός.
διάδεσμος, ὁ, durchgehendes Band, Hippocr.