διατήρησις
διατήρησις, preservation
διατήρ-ησις, εως, ἡ,
- preservation, LXX Ex. 16.33, al.; ἑαυτῶν D.S. 2.50; τῶν ἁγίων Ph. 1.203; γένους J. AJ 1.3.2, etc.
1 conservación c. gen. obj.
ἑαυτῶν
τῶν ἁγίων
τοῦ γένους
τᾶς ἐλευθερίας
δογμάτων ἀκριβῶν
διδόναι εἰς διατήρησιν
dar para su conservaciónμενοῦμεν εἰς διατήρησιν
ref. a la vida eterna
2 vigilancia, custodia c. gen. obj.
τῶν χωμάτων
διατήρησις, εως (ἡ) conservation, préservation, DS. 2, 50 ; Spt. Ex. 16, 33 ; Num. 17, 10 ; 18, 8.
Étym. διατηρέω.
διατήρησις, ἡ, Erhaltung, DS. 2.50.