Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διατριπτικόν
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διατρανόω
διατρανῶς
διατράνωσις
διατραχηλίζομαι
διατραχηλίζω
διατραχηλισμός
διατραχύνω
διατράω
διατρεμέω
διατρεπτέον
διατρεπτικός
διατρεπτικῶς
διατρέπω
διατρέφω
διατρέχω
διατρεψία
διατρέω
διάτρημα
διάτρησις
διατρήσω
διατρητάριος
διάτρητος
διατριβάζομαι
διατριβή
διατριβικός
διατρίβω
διατρίζω
διάτριμμα
διατριπτέον
διατριπτέος
διατριπτικόν
διατριπτικός
διατριταῖος
διατριτάριος
διάτριτος
διάτριχα
διάτριψις
διατροπή
διατρόπιος
διάτροπος
διατροφή
διατροχάδες
διατροχάζω
διάτροχος
διατρύγιος
διατρύγιος ὄρχος
διατρυπάω
διατρυφάω
διατρυφέν
διατρυφής
διατρύχομαι
διατρώγω
διαττάω
διαττερίσαι
διάττησις
δίαττος
διᾴττω
διατυγχάνω
διατυλίσσω
διάτυλος
διατυπόω
…
διατριπτικόν
Save
Pape
διατριπτικόν
, μύρον, Ar.
Lys
. 943, doppelsinnig :
zerreibend u. aufhaltend
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}