διαυγάω Save Bailly 2024 Pape δι·αυγάω-ῶ (part. prés. fém. gén. -ώσης) c. διαυγάζω, DH. 2, 960, 10 Reiske. Étym. διά, αὐγή. διαυγάω, = διαυγάζω ; wenn nicht ἡμέρας διαυγώσης, Dion.Hal. 5.49, in διαυγούσης zu ändern.