διαυγής
διαυγής, transparent
- translucent, of water, Arist. Mir. 840b34, AP 9.227 (Bianor), 277 (Antiphil.): Sup., v.l. in Arist. Mu. 397a16; τὰ ὑγρὰ τῶν ὀφθαλμῶν -έστατα Alex.Aphr. Pr. 1.68, cf. Ecphant. ap. Stob. 4.7.64; radiant, of metal, Call. Lav.Pall. 21; of stars, A.R. 2.1104; of gems, ἀμέθυστος AP 5.204; ὀφθαλμοί Aristaenet. 1.1.
I
1 transparente, translúcido, claro
ἅλμα
εὐθύτρυπα καὶ διαυγῆ τὰ λαμπρά
νᾶμα
ὕαλος
οὐκ ἄμορφος ... ἀλλὰ δ. ἐστι
ὁ Νεῖλος ... διαυγέστερος
ἀήρ
οἶνος
τὰ ὑγρᾶ τῶν ὀφθαλμῶν διαυγέστατα
• fig., ref. a abstr.
τὸ τῆς σωφροσύνης πῶμα ... διαυγέστερον ... ἐκείνου (τοῦ νέκταρος)
ὁ ψυχῆς ὀφθαλμὸς ὁ διαυγέστατος
2 muy brillante, radiante
ἄστρα
πίλημά τι ἀέρος διαυγές
λαμπάδες
(πέτρας) αἰθέρος ἀκτίνεσσι διαυγέας
ὀφθαλμοὶ μεγάλοι τε καὶ διαυγεῖς
• fig., de pers. c. ac. rel.
δεῖ ... τὸν ἐς αὐτὰν (βασιλείαν) καταστάντα ... εἶμεν καὶ διαυγέστατον τὰν φύσιν
καθαρὰ γὰρ ἀποχρώντως γίνεται καὶ δ.
τῷ συῶν παραβάλλει γένει διαυγεῖ μὲν οὐδενί καὶ καθαρῷ
compara (a los sofistas) con la raza de los cerdos en la ausencia de brillo y de limpiezaὁ παιδείας καρπὸς ... διαυγέστατος
διαυγεστέρα γίνεται ἡ ψυχή
αἱ δὲ (μοῖραι) ἱλαραί, εὔτεχνοι, διαυγεῖς
II adv. -ῶς claramente
δ. ἰδεῖν
• brillantemente, con esplendor Thdt.Anc.Hom.SMV et Sym.M.77.1397C.
- transparent, Anth.