διορθωτήρ
διορθ-ωτήρ, ῆρος, ὁ, = sq., IG 9(1).694.138 (pl.).
corrector magistrado encargado de la reforma de tratados o leyes
τὼ δὲ πόλιε διορ[θω]τῆρας ἑλέσθαι τᾶς συνβολᾶς
ταξάντων οἱ διορθωτῆρες εἰς τοὺς νόμους καθώς κα δ<έ>ῃ τὸ ἀργύριον χειρίζεσθαι
διορθωτήρ, ῆρος, ὁ, = διορθωτής, Inscr. 2 p. 22.