διορθωτέον
διορθωτέον, one must correct
1 hay que corregir
πρὸς τὸ μὴ δοκεῖν δ.
• c. sent. moral
δ. ... τῶν πολλῶν τὴν συνήθειαν
• medic. hay que remediar las enfermedades
τὸ κατεψυγμένον τῶν γυναικῶν ... δ. τῇ θερμοτέρᾳ ... διαίτῃ
2 filol., de un texto hay que corregir
«στρέβλη», ὃ παραλόγως «στρέβλα» γραφὲν ὑπό τινων δ.
• hay que entender rectamente
τὰ δὲ ἄλλα ὡς διὰ μέσου δ.
διορθωτέον, vb. de διορθόω, Antyll. (Orib. 3, 97 B.-Dar.) ; Nyss. 2, 590d.