διορίζω
διορίζω, to draw a boundary through, divide by limits, separate
- draw a boundary through, delimit, separate, Hdt. 4.42; τὴν Εὐρώπην ἀπὸ τῆς Ἀσίης D.S. 1.55; δίχα δ. Pl. Sph. 267a: metaph., οὐ στενῷ τῷ ἰσθμῷ διώρισται ἡ ἱστορία πρὸς τὸ ἐγκώμιον Luc. Hist.Conscr. 7.
- 2 distinguish, determine, define, τὰ οὐνόματα Hdt. 4.45; θεοῖσι . . γέρα τίς ἄλλος ἢ ʼγὼ . . διώρισεν; A. Pr. 440; πτῆσιν οἰωνῶν . . διώρισα, of auguries, ib. 489; σῖτον δʼ εἰδέναι δ. so as to know it, Id. Fr. 182; γλυκὺν οἶνον καὶ οἰνώδεα Hp. Acut. 50; δ. ἀκούσιά τε καὶ ἑκούσια Pl. Lg. 860e, cf. Cra. 391d; δ. περὶ ἐνεργείας τί ἐστιν Arist. Metaph. 1048a26; define logically, δ. κατὰ τὰς διαφοράς Id. Top. 146b20, cf. EN 1103a3 (Pass.), etc.:—Med., διορίζεσθαι τῷ στόματι τὰ γράμματα pronounce clearly, Alex. 301.
- 3 determine, declare, τοιαῦτα φῆμαι μαντικαὶ διώρισαν S. OT 723: c. inf., determine one to be so and so, καθαρὸν διώρισεν εἶναι D. 20.158: with inf. omitted, οἱ συγγενεῖς μῆνές με μικρὸν καὶ μέγαν διώρισαν S. OT 1083:— Med., δηλοῖ καὶ δ. ὅτι . . D. 18.40; διορισαμένων ὅπως . . Id. 56.11; διορίσασθαι τίς αἱρετώτατος βίος Arist. Pol. 1323a15: pf. Pass. in med. sense, ἃ χρὴ ποιεῖν διωρίσμεθα D. 24.192:—Pass., διώρισται ὁπότερον . . And. 4.8; διωρισμένον it being prescribed, Lys. 30.4; τὸν νόμον ὡς ἐτέθη καὶ πρὸς οὓς διωρίσθη D. 59.93; ἐν τῷ διωρισμένῳ χρόνῳ PTeb. 105.33 (ii B. C.), etc.: impers., διοριεῖται περί τινος we will give precepts about . ., Hp. Art. 9; ἐν οἷς [λόγοις] διώρισται περὶ τῶν ἠθικῶν Arist. Pol. 1282b20, cf. EN 1136a10.
- 4 draw distinctions, lay down definitions, οὐδʼ ὁτιοῦν διορίζων D. 21.104; τοῦτό μοι . . διόρισον Pl. Grg. 488d:—mostly in Med., δ. περί τινος And. 3.12, Isoc. 3.5, Arist. Ph. 200b15; πρὸς ἀλλήλους Pl. Grg. 457c; δίκην διωρίσω didst settle the conditions of the trial, Ar. Ach. 364.
- II remove across the frontier, banish, ἔξω τῶν ὅρων Pl. Lg. 873e; τὸν ἐνθένδε πόλεμον εἰς τὴν ἤπειρον Isoc. 4.174; τινὰ ὑπὲρ θυμέλας E. Ion 46: generally, carry abroad, στράτευμα Τροίαν ἔπι Id. Hel. 394; δ. πόδα to depart, ib. 828.
- III send out a branch, of the Bosporus, Plb. 4.43.7.
- IV Pass., to be discontinuous, opp. συνάπτω, Arist. Cat. 4b28; διωρισμένος, opp. συνεχής, ib. 20.
A sin mov.
I c. suj. de pers., ref. a distinciones entre varias entidades
1 separar, distinguir de operaciones mentales: c. ac. plu. o varios ac. coordinados
ἕκαστα ... διορίζομεν τῷ λόγῳ
διοριεῖς οὖν αὐτοῖς ἀκούσιά τε καὶ ἑκούσια ἀδικήματα
τὰ καλὰ καὶ τὰ αἰσχρά
σοι τό τε δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον ... ἂν διορισαίμην
τῆς χρείας τὴν ἀρετήν
καθάπερ ἡ τῶν καπήλων τέχνη τῆς τῶν αὐτοπωλῶν διώρισται τέχνης
διορίσασθαι πρὸς αὐτοὺς τοὺς φιλοσόφους
• c. ac. int. hacer distinciones en v. med.
πάμπολλα διοριζόμενοι μάτην
2 establecer fronteras
τῶν διουρισάντων καὶ διελόντων Λιβύην τε καὶ Ἀσίην
de quienes pusieron las fronteras y dividieron Libia y Asia
3 asignar, fijar, delimitar
τ[όπον] διορίσαντες ἑκάστῃ τῶν χιλιαστύων
• abs. delimitar un espacio
II c. suj. no de pers.
1 de hitos geográficos separar, marcar una frontera o límite, delimitar
ὀρῶν, ἃ διορίζει τοὺς Ἴβηρας καὶ Κελτούς
ὁ ῥοῦς ... διορίζει τὸν καλούμενον Κέρας
la corriente (del estrecho) delimita el llamado «Cuerno»Ταναίδος ποταμοῦ τοῦ διορίζοντος τὴν Εὐρώπην ἀπὸ τῆς Ἀσίας
πόλις ἐπὶ τῆς ἐρή[μου] διορίζουσα Αἴγυ[πτον] καὶ τὴν εἰς θάλ[ασσαν] δι[έξοδον
• en v. pas.
ζώνας τοῖς ἀρκτικοῖς διοριζομένας
• en metáf.
οὐ στενῷ τῷ ἰσθμῷ διώρισται ... ἡ ἱστορία πρὸς τὸ ἐγκώμιον
• de mojones que fijan las lindes entre ciu. o propiedades
λίθος διορίζων ὅρια κω(μῶν) Γαλανιας καὶ Ῥαμης
λίθος διορίζων ἀγροὺς κω(μῶν) Γαλανιας καὶ Μιγηραμης
τ]ὸ μεσόρι(ο)ν διορίζον μεταξὺ Ἰξολέλων καὶ Δρασαρμέλων
ὅροι διορίζοντες τὰ δίκαια Χασίου ... κ(αὶ) Καλάθου
2 hacer de separación ref. a dos términos
(τὸ κενόν) διορίζει τὰς φύσεις
τὸ νῦν ... φαίνεται διορίζειν τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον
ἐν τῇ σελήνῃ ἐλάχιστος κύκλος διορίζει τό τε σκιερὸν καὶ τὸ λαμπρόν
(τὸ ξόανον) διχοτομούμενον διορίζειν τοῦ ζῴου τὸ μέσον
• en perf. pas. estar separado, estar diferenciado
ἐν ὅσοις δὲ τῶν γενῶν διώρισται τὸ θῆλυ καὶ τὸ ἄρρεν
• distinguir, marcar
τὰ (ἐπιρρήματα) οὐ διορίζοντα τὸν χρόνον
τέχνη ... ἀρετάς τε καὶ κακίας
ῥω καὶ λάμβδα μόνος ‘κόρακας’ ‘κολάκων’ διορίζει
αἱ γὰρ κτητικαὶ τῶν ἀντωνυμιῶν τόνῳ οὐ διοριζόμεναι
ἀπό τινος ... διορίζει
III fig., ref. a la distinción de una entidad respecto a otras
1 definir claramente, precisar
πτῆσιν οἰωνῶν σκεθρῶς διώρισ', οἵτινές τε δεξιοὶ ... εὐωνύμους τε
οὐ διορίζοντες ὀνόματι τὸν μετ' ἐπιστήμης ἢ δόξης ... μοναρχοῦντα
τὸ ... φανταστικὸν ... διορίζωμεν δίχα
ὅσον ἐνδέχεται περὶ αὐτῶν διορίσαι κατὰ τὴν ἀλήθειαν
τοὺς χρόνους ... διορίζειν
precisar las fechasἐν τῷ διωρισμένῳ χρόνῳ
• c. ac. y dat. de interés
θεοῖσι τοῖς νέοις ... γέρα τίς ... διώρισεν
¿quién definió sus prerrogativas a los nuevos dioses?ἀνθρώποισι ... ἀριθμὸν διώρισε
• en v. med. dar una explicación
διοριζόμενος καὶ διαβεβαιούμενος περὶ τούτων
διώρισται δὲ περὶ γελοίων
διώρισται ... τί μὲν ὁ κύκλος ἐστί
2 jur. precisar, delimitar de las leyes o el legislador
διορίζουσι σαφῶς ἐφ' οἷς ἐξεῖναι ἀποκτιννύναι
προσήκει τοὺς ὀρθῶς κειμένους νόμους ... πάντα διορίζειν
πρὸς οὓς διωρίσθη
• en v. med. mismo sent.
ᾗπερ αὐτὸς τὴν δίκην διωρίσω
en los términos en que tú mismo (Diceópolis) delimitaste el juicioτὸν νόμον διωρίσατο ἐν τῷ ψηφίσματι πρὸς αὐτοὺς ... μὴ ἐξεῖναι ...
δηλοῖ καὶ διορίζεται ἐν τῇ ... ἐπιστολῇ ... ὅτι
προσήκειν ... σαφῶς καὶ τοῦτο διορίσασθαι
conviene formular esto con toda claridad
3 declarar, afirmar claramente
τοιαῦτα φῆμαι μαντικαὶ διώρισαν
μῆνές με μικρὸν καὶ μέγαν διώρισαν
διορίσω δὲ τῷ λόγῳ
περὶ τῶν τέκνων αἱ γυναῖκες πανταχοῦ διορίζουσι τἀληθές
ἐν τῷ ... λόγῳ διορίζεται μηδεμίαν ὑπὸ τοῦ πατρὸς ὑπόθεσιν ... γεγράφθαι
• en v. med. mismo sent.
διοριζόμενος γάρ σοι λέγω ὅτι ...
4 decidir
οὐ διώρισαν κράτος
• decretar, prescribir
ἀπειλὰς ... τῶν νόμων ἃς ... διώρισάν τινες
B c. idea de mov. llevar más allá de las fronteras
στράτευμα κώπῃ διωρίσαι Τροίαν ἔπι
ἐκ γῆς διορίσαιμεν ἂν πόδα;
τὸ δὲ ὀφλὸν (ζῷον) ἔξω τῶν ὅρων τῆς χώρας ... διορίσαι
τῆς πατρίδος ὅλῳ διορίζομαι κόσμῳ
1. over een grens brengen, overbrengen:
2. begrenzen; afscheiden, onderscheiden:
3. definiëren:
4. bepalen, vaststellen:
1) durch Grenzen absondern, διουρίσαντες καὶ διελόντες Λιβύην τε καὶ Ἁσίην Her. 4.42 ; begrenzen, ὁ ποταμὸς δ. τὴν Εὐρώπην ἀπὸ τῆς Ἀσίας DS. 1.55 ; übertr., τῷ λόγῳ Plat. Rep. VI.507b ; = die Begriffe begrenzen, und dah. unterscheiden ; διορίζει ἅ τε οἱ ἄνθρωποι καλοῦσιν ὀνόματα καὶ οἱ θεοί Crat. 391d, vgl. Her. 4.45 ; ἀκούσιά τε καὶ ἑκούσια ἀδικήματα Legg. IX.860e ; ἡ τῶν καπήλων τέχνη τῆς τῶν αὐτοπωλῶν διώρισται Polit. 260c, u. öfter ; dah. = bestimmt anordnen u. jedem einzelnen zuweisen, θεοῖς γέρα Aesch. Prom. 438 ; αἱ φῆμαι μαντικαὶ τοῦτο διώρισαν Soph. O.R. 723 ; vgl. 1083. Insbesondere
a) von ausdrücklichen Bestimmungen des Gesetzes ; καθαρὸν εἶναι Dem. 20.158, der es dem ἁπλῶς εἶπε entgegensetzt, 19.7 ; ὁ νόμος διωρίσθη πρός τινα, wurde auf ihn bes. bezogen, 59.93 ; τὰ διωρισμένα καὶ τεταγμένα 18.274 ; τὸ διωρισμένον ἐκ τοῦ νόμου δικαστήριον 23.27 ; τὸ τίμημα διωρισμένον ὑπὸ τῶν νόμων Arist. Pol. 4.6.
b) den Begriff eines Wortes feststellen, definieren, τὴν μαγευτικήν Plat. Polit. 280e, öfter. – Das med. ist bes. bei den Rednern häufig, = für sich u. übh. Bestimmungen treffen ; τὴν δίκην Ar. Ach. 342 ; καὶ σαφῶς δηλοῦν Dem. 18.40 ; τὴν τῶν ἀγαθῶν πρᾶξιν σωφροσύνην εἶναι διορίζομαι Plat. Charm. 163e, öfter ; περί τινος, Andoc. 3.12 ; Isocr. 3.14 ; Arist. Pol. 4.3.5 ; διωρίσμεθα ἃ χρὴ ποιεῖν Dem. 24.192.
2) über die Grenzen hinausführen ; τὸν ἐνθένδε πόλεμον εἰς τὴν ἤπειρον διοριοῦμεν Isocr. 4.174 ; vgl. ἐκ γῆς πόδα, στράτευμα Τροίαν ἔπι, Eur. Hel. 401, 834, wohin auch Ion 46 ὑπὲρ θυμέλας δ., vom Altar wegführen, zu ziehen ist. Dah. = verbannen ; τὸ ὄφλον ἔξω τῶν ὅρων Plat. Legg. IX.873e. – Vgl. ἐξορίζω.
- Ito draw a boundary through, divide by limits, separate, Hdt., Plat.
- 2to distinguish, determine, define, Hdt., Aesch., etc.
- 3to determine, declare, Soph.; c. inf. to determine one to be so and so, Dem.; with inf. omitted, μικρὸν καὶ μέγαν διώρισαν με Soph.:—Mid., with perf. pass. in mid. sense, Dem.
- 4absol. to draw distinction, lay down definitions, Dem.:—so in Mid., Ar., etc.
- IIto remove across the frontier, to banish, Eur., Plat.: generally, to carry abroad, Eur.; δ. πόδα to depart, Eur.
-
…οὐδέ γʼ ἂν ἐπιχειρήσαιμι, ἦν δʼ ἐγώ, ὦ μακάριε. ἀλλʼ ἵνα μὴ αὖθις ἡμῖν τοιοῦτον ἐγγένηται, διόρισαι ποτέρως λέγεις τὸν ἄρχοντά τε καὶ τὸν κρείττονα, τὸν ὡς ἔπος εἰπεῖν ἢ τὸν ἀκριβεῖ λόγῳ, ὃ νυνδὴ…
Plato, Republic
-
…ἐν νῷ ἔχεις ἀπιέναι πρὶν διδάξαι ἱκανῶς ἢ μαθεῖν εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως ἔχει ; ἢ σμικρὸν οἴει ἐπιχειρεῖν πρᾶγμα διορίζεσθαι ὅλου βίου διαγωγήν, ᾗ ἂν διαγόμενος ἕκαστος ἡμῶν λυσιτελεστάτην ζωὴν ζῴη ; ἐγὼ γὰρ οἶμαι, ἔφη ὁ Θρασύμαχος…
Plato, Republic
-
…γὰρ αὐτῆς ἡ δύναμις · ἢ τὴν ἰατρικὴν σὺ καὶ τὴν κυβερνητικὴν τὴν αὐτὴν καλεῖς ; ἢ ἐάνπερ βούλῃ ἀκριβῶς διορίζειν, ὥσπερ ὑπέθου, οὐδέν τι μᾶλλον, ἐάν τις κυβερνῶν ὑγιὴς γίγνηται διὰ τὸ συμφέρον αὐτῷ πλεῖν ἐν τῇ…
Plato, Republic
-
…γράψας τις καὶ συμβουλεύσας εἰς τὴν αἰτίαν ἐμπέσῃ τοῦ πεποιηκέναι τὸν πόλεμον. ἐγὼ δὴ τοῦτο πρῶτον ἁπάντων λέγω καὶ διορίζομαι · εἰ ἐφʼ ἡμῖν ἐστι τὸ βουλεύεσθαι περὶ τοῦ πότερον εἰρήνην ἄγειν ἢ πολεμεῖν δεῖ. εἰ μὲν οὖν ἔξεστιν…
Demosthenes, Speeches
-
…κἀνταῦθʼ Ἀπόλλων οὔτʼ ἐκεῖνον ἤνυσεν φονέα γενέσθαι πατρὸς οὔτε Λάϊον τὸ δεινὸν οὑφοβεῖτο πρὸς παιδὸς θανεῖν. τοιαῦτα φῆμαι μαντικαὶ διώρισαν, ὧν ἐντρέπου σὺ μηδέν · ὧν γὰρ ἂν θεὸς χρείαν ἐρευνᾷ, ῥᾳδίως αὐτὸς φανεῖ. οἷόν μʼ ἀκούσαντʼ…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…αἳ δʼ ἐθισμῷ τινί, καὶ ἄλλαι δʼ ἄλλως. μετιέναι δὲ πειρατέον ἑκάστας ᾗ πεφύκασιν, καὶ σπουδαστέον ὅπως διορισθῶσι καλῶς · μεγάλην γὰρ ἔχουσι ῥοπὴν πρὸς τὰ ἑπόμενα. δοκεῖ γὰρ πλεῖον ἢ ἥμισυ τοῦ παντὸς εἶναι ἡ ἀρχή…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…ποταμὸς ἐτέθη καὶ Φᾶσις ὁ Κόλχος οἱ δὲ Τάναιν ποταμὸν τὸν Μαιήτην καὶ πορθμήια τὰ Κιμμέρια λέγουσι, οὐδὲ τῶν διουρισάντων τὰ οὐνόματα πυθέσθαι, καὶ ὅθεν ἔθεντο τὰς ἐπωνυμίας. ἤδη γὰρ Λιβύη μὲν ἐπὶ Λιβύης λέγεται ὑπὸ τῶν πολλῶν…
Herodotus, The Histories
-
…ἐροῦμεν τῶν ζώντων οἷς ὑπάρχει καὶ ὑπάρξει τὰ λεχθέντα, μακαρίους δʼ ἀνθρώπους. καὶ περὶ μὲν τούτων ἐπὶ τοσοῦτον διωρίσθω. τὰς δὲ τῶν ἀπογόνων τύχας καὶ τῶν φίλων ἁπάντων τὸ μὲν μηδοτιοῦν συμβάλλεσθαι λίαν ἄφιλον φαίνεται καὶ ταῖς δόξαις…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…νέμων τῆς εὖ διδούσης οὐκ ἀτιμασθήσομαι. τῆς γὰρ πέφυκα μητρός · οἱ δὲ συγγενεῖς μῆνές με μικρὸν καὶ μέγαν διώρισαν. τοιόσδε δʼ ἐκφὺς οὐκ ἂν ἐξέλθοιμʼ ἔτι ποτʼ ἄλλος, ὥστε μὴ ʼκμαθεῖν τοὐμὸν γένος. εἴπερ ἐγὼ μάντις…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…ὀνειράτων ἃ χρὴ ὕπαρ γενέσθαι, κληδόνας τε δυσκρίτους ἐγνώρισʼ αὐτοῖς ἐνοδίους τε συμβόλους · γαμψωνύχων τε πτῆσιν οἰωνῶν σκεθρῶς διώρισʼ, οἵτινές τε δεξιοὶ φύσιν εὐωνύμους τε, καὶ δίαιταν ἥντινα ἔχουσʼ ἕκαστοι, καὶ πρὸς ἀλλήλους τίνες ἔχθραι τε…
Aeschylus, Prometheus Bound