δυσείδεια
δυσείδεια, ugliness
δυσ-είδεια, ἡ,
- ugliness, D.L. 2.33.
mal aspecto
ἀφαιρεῖται γὰρ ἡ πελέκησις τὴν δυσείδειαν
• de pers. fealdad
παιδείᾳ τὴν δυσείδειαν ἐπικαλύπτειν
γυναικὸς δ.
εἰς τὴν ἐσχάτην δυσείδειαν κατενεχθῆναι
δυσείδεια, ας (ἡ) [ῠ] difformité, DL. 2, 33 ; Chrys. 4, 510 etc.
Étym. δυσειδής.
δυσείδεια, ἡ, Mißgestalt, Sp.