δυσειδής
δυσειδής, unshapely, ugly
- unshapely, ugly, Hdt. 6.61, S. Fr. 88.9, Pl. Sph. 228a, Agatharch. 74; of sounds, ἧττον δ. τοῦ ε̄ τὸ ο̄ D.H. Comp. 14.
- II difficult to discern, τὸ δ. τῆς οὐσίας Procl. Theol.Plat. 5.23.
1 de pers., anim. y personif. de aspecto desagradable, feo, deforme
θυγάτηρ
σῶμα
τὸ ... γένος
ἄνθρωπος
τὰ πρόσωπα (τῶν γυμναστῶν)
εἴ τις ἀκτήμων ... καὶ δ. ... φαίνεται
ὁ δ. διάκρινον ... τὸν εὐπρεπῆ ἀπὸ τοῦ δυσειδοῦς
οἱ κυνοκέφαλοι
Ἔχιδνα
ἵπποι
Ὄρφνη
• de cosas informe
τὸ ξύλον
• de abstr. o ref. a abstr.,
op. κάλλος
εἴδη ... δυσειδῆ καὶ ἄμορφα
τῆς αἰσχρᾶς καὶ δυσειδοῦς ... ὄψεως
2 fig. de la enfermedad desagradable, horrible
τὰ ἕλκεα
δυσειδέα λύματα νούσου
τοῦ σώματος τὸ πάθος ... δ. ὀφθῆναι
- unshapely, ugly, Hdt., Plat.