δυσελπιστέω
δυσελπιστέω, to have scarce a hope
δῠσελπ-ιστέω,
- to have scarce a hope, τοῖς ὅλοις, ἐπὶ ταῖς βοηθείαις, Plb. 2.10.8, 4.60.4:—Pass., to be despaired of, Epicur. Sent.Vat. 17.
perder la esperanza, estar desesperanzado
Ἀντίοχος ... συντριβεὶς τῇ διανοίᾳ καὶ δυσελπιστήσας
τὴν εἰρήνην εἰσῆγεν ... ἤδη παντελῶς δυσελπιστοῦσι
τοῖς ὅλοις ἐκ τῶν συμβεβηκότων
• c. ἐπί y dat. o περί y gen. desesperar de
ἐπὶ ταῖς τοῦ στρατηγοῦ βοηθείαις
περὶ τῆς ὅλης ἐπιβολῆς
περὶ τῶν μελλόντων
• en v. pas.
τὰ πρότερον δυσελπιστούμενα τῶν ἀγαθῶν
los bienes que antes apenas tenía esperanzas (de obtener)
δυσελπιστέω-ῶ [ῠ] (part. ao. -ήσαντες) espérer difficilement, désespérer, Pol. 2, 10, 8 ; 2, 44, 3, etc.
Étym. δυσέλπιστος.
δυσελπιστέω, verzweifeln, τινί, an etwas, Pol. 2.10.8 ; ἐπί τινι, 4.60.4 u. öfter ; περί τινος, Pol. 16.33.1, wo δυσελπίσαντα, wie 21.10.2 δυσελπίσας falsche Formen sind, nach Lobeck Phryn. p. 569.