εὐάστειρα Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐάστ-ειρα, ἡ, fem. of εὐαστήρ, Orph. H. 51.8, 69.1. εὐάστειρα, ας (ἡ) fém. d’εὐαστήρ, Orph. 50, 8 ; 68, 1. εὐάστειρα, ἡ, fem. zu εὐαστήρ, νύμφαι, θεαί, Orph. H. 50, 68.